Αν η σημαντικότερη διάκριση για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα είναι να τον συγκρίνουν με καταξιωμένους πεζογράφους, τότε η Μαζαρίν Πενζό πρέπει να αισθάνεται ιδιαίτερα τυχερή αφού σε τέτοιες συγκρίσεις κατέφυγε ένα από τα γνωστότερα ονόματα της βιβλιοκριτικής της Γαλλίας. Η Ζοζιάν Σαβινιό, υπεύθυνη του ενθέτου για τα βιβλία της εφημερίδας «LeMonde», αυστηρή και ενίοτε δηλητηριώδης, εξύμνησε την 23χρονη δημιουργό του «Premierroman» τοποθετώντας την ανάμεσα στη Σιμόν ντε Μποβουάρ και τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Η ίδια η Πενζό δεν διστάζει να δηλώνει ότι στο παρθενικό έργο της υπάρχουν λογοτεχνικές συγγένειες με τις «Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης», το έργο της Μποβουάρ που της εμπνέει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο αίσθημα εγγύτητας.
Προσπαθώντας να βρούμε κοινά στοιχεία ανάμεσα στις δύο λογοτέχνιδες ανακαλύπτουμε την κλίση στις ίδιες σπουδές.
Η Πενζό είναι φοιτήτρια της Φιλοσοφίας στην EcoleNormaleSuperieure του Παρισιού ακολουθεί δηλαδή τον κλάδο στον οποίο διέπρεψε η σύντροφος του Σαρτρ. Ο παραλληλισμός με τη Γιουρσενάρ είναι ακόμη πιο τολμηρός. Ξεκινά με την επισήμανση ότι η Πενζό χρησιμοποιεί το όνομα «Αδριανός» για έναν από τους χαρακτήρες της. Δεν είναι βέβαια αυτονόητο ότι δανείστηκε το όνομα από τον Ρωμαίο του οποίου τα απομνημονεύματα συνέταξε η γαλλίδα ακαδημαϊκός. Ο κοινός τόπος σ αυτό το ντούο όπως επισημαίνει η Σαβινιό με την ιδιότητα της βιογράφου της Γιουρσενάρ είναι ότι επιδεικνύουν την ίδια λατρεία για τον πατέρα. Η Γιουρσενάρ εκδηλώνει διαρκώς τον θαυμασμό της για τον Μισέλ ντε Κραγιανκούρ, ενώ η Μαζαρίν Πενζό μετουσιώνει λογοτεχνικά την αγάπη της για τον Φρανσουά Μιτεράν.
Η ηρωίδα του βιβλίου Agathe είναι φοιτήτρια. Η ζωή της ισορροπεί ανάμεσα στην ψυχαγωγία με την μπουρζουαζία της ανατολικής όχθης και στον προβληματισμό μελετηρών ατόμων μετεφηβικής διανόησης συνθήκες που ασφαλώς δεν είναι ξένες για τη νεαρή πεζογράφο. Επίσης η ηρωίδα έχει πάθος με την ιππασία και τραυματίζεται σε ένα ατύχημα με το άλογο κάτι που η Μαζαρίν το έζησε σε ηλικία 12 ετών. Παρ όλα αυτά η συγγραφέας επιμένει ότι «το βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφικό». Για να επιβεβαιώσει μάλιστα του λόγου το αληθές έδωσε τον τίτλο «Πρώτο μυθιστόρημα». «Γράφω για όσα γνωρίζω, όσα έχω δει, όσα έχω ακούσει. Δεν είχα ένα σχέδιο, άρχισα να γράφω, να αφηγούμαι γνωρίζοντας απλώς ότι ήθελα να αναπτύξω κάποια θέματα. Γρήγορα κατάλαβα ότι στο μυθιστόρημα δεν γίνεται επίδειξη, δεν είναι θεωρητικό δοκίμιο που εικονογραφείται με πρόσωπα. Εχει την αυτονομία του, που την ανακαλύπτουμε γράφοντας».
Η Agathe διαθέτει μια σοφή ελαφρότητα. Οι γονείς της δεν ζουν μαζί και εκείνη επιμορφώνεται τόσο στα παρισινά μπιστρό όσο και στις βιβλιοθήκες. Στον κύκλο της υπάρχουν νέοι διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης: γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών, παιδιά μεταναστών δεύτερης γενιάς, μικροαστοί επαρχιώτες. Η ηρωίδα και ο συμφοιτητής της Victor έχουν μια σχέση ανοιχτών οριζόντων, προτού καταλήξει στο αξίωμα της απόλυτης πίστης. Η σκιαγράφηση του δεσμού θεωρήθηκε ότι επαναφέρει προς συζήτηση το ζήτημα της ηθικής πλευράς του έρωτα. «Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς ηθική, απόλαυση χωρίς αναστολές» λέει η Μαζαρίν σε μια από τις δύο συνεντεύξεις που παρεχώρησε στον «Monde» και στο «NouvelObservateur» προτού αναχωρήσει για ένα πολυήμερο ταξίδι προκειμένου να αποφύγει τις οχλήσεις των μέσων ενημέρωσης την εβδομάδα κυκλοφορίας του βιβλίου της. Παρά την έκδηλη δυσπιστία της απέναντι στους εκπροσώπους του Τύπου εμφανίστηκε στη δημοφιλή κυριακάτικη εκπομπή «Public».
Αμα τη φυγή της διαδόθηκε ότι «αυτοεξορίστηκε» για να γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά της. Στο μεταξύ τρεις εκδότες, από την Ελλάδα, την Αγγλία και την Ολλανδία, συμφώνησαν με τον εκδοτικό οίκο Julliard για τη μετάφραση του έργου.
Το «Premierroman» ανοίγει με την εκδρομή των δύο νέων που έχουν γίνει δεκτοί στο γαλλικό πανεπιστήμιο της ελίτ, την EcoleNormaleSuperieure, όπου εισάγονται μόνον 50 άτομα ετησίως. Ο Victor είναι γιος πολωνού μετανάστη και ζει σε ταπεινή συνοικία, ενώ η Agathe είναι κόρη εκδότη βιβλίων που μένει στο Καρτιέ Λατέν και απολαμβάνει τις αρετές της φιλελεύθερης διαπαιδαγώγησης. Η κοπέλα διατηρεί την πλατωνική σχέση της με τον Hadrien, τον οποίο γνωρίζει από παιδί αλλά θα ήθελε να έχει στην αυλή των κατακτήσεών της. Στην πλοκή εμφανίζεται και ο δίδυμος αδελφός της, ο οποίος είχε κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας στα δεκατρία του. Οταν ο Victor πηγαίνει στο Λονδίνο για κάποια εργασία ερωτεύεται μια ώριμη γυναίκα και επιλέγει τη διπλή ζωή. Την ίδια στιγμή η Agathe προετοιμάζεται για τους ιππικούς αγώνες όπου θα τραυματισθεί και θα υποχρεωθεί να περιφέρεται για ένα διάστημα με αναπηρική πολυθρόνα. Η στιγμή προσφέρεται για τη μετάβαση σε έναν άλλο τρόπο σκέψης, σε μια πιο ψύχραιμη, ενήλικη αντιμετώπιση της ζωής. Η ηρωίδα πράγματι αλλάζει, διατηρώντας όμως την παιδικότητα και τη φρεσκάδα της.
Το βιβλίο περιγράφει όλες τις εμπειρίες που δυνητικά έχει η μέση Ευρωπαία ηλικίας «είκοσι και κάτι». Αυτό συνεπάγεται ξενύχτια, οινοφλυγικές επιδόσεις, εξερεύνηση ανδρικών σωμάτων, ακραία πάρτι και εμπειρία με χημικά ναρκωτικά. Οι απαγορευμένες ουσίες δεν λειτουργούν ως φυγή αλλά ως άλλη μία ελευθερία της στιγμής. Η Πενζό χειρίζεται έξυπνα το ζήτημα αναφέροντας από τη μια την ενδιαφέρουσα πλευρά του ecstasy και από την άλλη περιγράφοντας έναν θάνατο από υπερβολική δόση. Ολο το βιβλίο πάντως το διατρέχει η διάθεση του bonvivant.
Η Μαζαρίν Πενζό αποφάσισε να υπογράψει το βιβλίο με το πραγματικό της όνομα, παρ ότι αρχικά είχε ενδοιασμούς. Μεγαλωμένη στη σκιά της επίσημης οικογένειας του πατέρα της έγινε στόχος των παπαράτσι όταν δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες της μαζί του στο περιοδικό «ParisMatch» το 1994. Στην κηδεία του Φρανσουά Μιτεράν, στο κοιμητήριο του χωριού Ζαρνάκ, βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Η ίδια πάντοτε διαχώριζε την ιδιότητα του Μιτεράν-προέδρου από εκείνη του Φρανσουά-πατέρα. «Οταν τον έβλεπα στην τηλεόραση» λέει «ήταν ένας άλλος άνθρωπος, ένα δημόσιο πρόσωπο, ένας ξένος σχεδόν». Μιλάς όμως με τον καλύτερο τρόπο για ένα συναίσθημα όταν η αφήγηση γίνεται συνωμοτική και συνθηματική. Ο μυθιστορηματικός πατέρας δεν προσπαθεί να γίνει φίλος με την κόρη του ούτε να υποκύψει σε μοντερνιστικές επιταγές της παιδαγωγικής. Του αρκεί μια υγιής σχέση πατέρα-κόρης, διατηρώντας τις ανησυχίες του χωρίς να γίνεται φορτικός.
Η Μαζαρίν αποφάσισε ότι θα γίνει συγγραφέας από τότε που ήταν παιδί. «Ξεκίνησα να γράφω μικρά κείμενα σε ηλικία 10-12 ετών. Σταμάτησα όταν ξεκίνησα την προετοιμασία μου για τις εξετάσεις» λέει η συγγραφέας, που οραματίζεται ένα λαμπρό μέλλον στον λογοτεχνικό χώρο. Συνεχίζει: «Η συγγραφή είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιβεβαιώνει κανείς την ύπαρξή του». Γνωρίζει ασφαλώς ότι ο Τύπος θα ασχοληθεί εκ προοιμίου μαζί της όποια κι αν είναι το περιεχόμενο και η ποιότητα του βιβλίου της αλλά πιστεύει πως όταν θα εκδίδει το πέμπτο μυθιστόρημά της ο θόρυβος θα έχει κοπάσει. «Είμαι αυτό που γράφω» τονίζει· «Δεν έχει πια κανείς το δικαίωμα να με αντιμετωπίζει ως την κόρη τού.... Δεν επέλεξα τη γέννησή μου, επέλεξα όμως να γίνω συγγραφέας. Ας με κρίνουν λοιπόν από αυτά που δημιουργώ, από αυτά που αφηγούμαι και επινοώ».
Η Μαζαρίν Πενζό αφιερώνει το μυθιστόρημα στον πατέρα της. Θεωρεί εξίσου προσωπική τη σύνταξη μιας βιογραφίας με τη συγγραφή ενός βιβλίου που είναι εμπνευσμένο και αφιερώνεται σε αγαπημένο πρόσωπο. Η πρωτοεμφανιζόμενη λέει ότι ήταν ο πατέρας της εκείνος που την παρότρυνε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Και στις σελίδες του βιβλίου καταθέτει τις πιο μύχιες σκέψεις της, περιγράφει στιγμές του ιδιωτικού βίου και εύχεται σε κάθε πατέρα και κάθε κόρη του κόσμου να αναπτύξουν μια ανάλογη σχέση.
12 Απριλίου 1998
|