Τι έκανε στη Σύρα η Αικατερίνη Βυζού στα 1825; Προφανώς ό,τι και η Καλλίτζα Ζηζίτζα. Ηταν κάποια από τα δεκάδες κορίτσια που εγκαταστάθηκαν στην Ερμούπολη ή γεννήθηκαν εκεί σε φτωχές οικογένειες. Ο Θωμάς Δρίκος παραδίδει έναν τόμο γεμάτο πληροφορίες, πίνακες, αναφορές σε πηγές. Δεν πρόκειται λοιπόν για «ανάγνωσμα» αλλά για έρευνα, με σχεδόν ακατέργαστα τα υλικά της. Διακρίνουμε όμως μεθοδικότητα στην παράθεση των πληροφοριών που προέρχονται από δικαστικά πρακτικά, από δημοσιεύματα εφημερίδων, από ιατρικά κείμενα και συμβολαιογραφικά έγγραφα. Επίσης έχει ενδιαφέρον να ξεφυλλίσει κανείς τους πίνακες από τα βιβλία του δημοτικού νοσοκομείου «Η Ελπίς» όπου παρουσιάζονται, για παράδειγμα, περισσότερες από 220 πόρνες που νοσηλεύτηκαν για κάποιο αφροδίσιο νόσημα. Τα ονόματα παρατίθενται με την ηλικία (με γκάμα από τα 15 ως τα 50) και τον τόπο καταγωγής (η Σμύρνη έχει την πρωτιά). Για τους άνδρες που νοσηλεύτηκαν με αφροδίσια υπάρχει κατάλογος ανάλογα με το επάγγελμα που ασκούσαν. Ετσι θα βρούμε πολλούς ναυτικούς από την Αγγλία αλλά πολύ περισσότερους χωροφύλακες, οι οποίοι καταπώς φαίνεται συντηρούσαν τα «σπίτια» της περιοχής «Καλυβάκια».
Ο συγγραφέας αναφέρεται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου στις συνθήκες που ευνόησαν τους μαστροπούς. Κατ αρχάς υπήρξαν οι οικονομικές συνθήκες: το λιμάνι φέρνει καράβια, το εμπόριο στο λιμάνι φέρνει κίνηση και το ναυπηγείο απογειώνει την κινητικότητα. Παράλληλα στο νησί προσέρχονται περί τους 5.000 πρόσφυγες (3.000 από τη Χίο, 1.000 από το Αϊβαλί και άλλοι). Ετσι στα δημοσιεύματα της δεκαετίας του 40 διατυπώνονται παράπονα όπως: «αι δημόσιαι γυναίκαι κατεπλημμύρησαν την πόλιν μας» και «ταράττεται συνεχώς η ησυχία των γειτόνων».
Στην Ερμούπολη, ένα από τα λιγοστά σημεία της Ελλάδας όπου αναπτύχθηκε αστική τάξη, είχαν κατασκευαστεί λιθόστρωτοι δρόμοι με τον κανονισμό να μην τους χρησιμοποιούν οι υπηρέτες για τον περίπατό τους. Ετσι στο περιθώριο μιας κοινωνίας των αντιθέσεων αναπτύσσεται το κύκλωμα της μαστροπείας το οποίο ναι μεν ενοχλεί τους «καθωσπρέπει» πολίτες, όμως παράλληλα δίνει λύσεις στο πρόβλημα της επιβίωσης γυναικών χωρίς πόρους που είχαν να θρέψουν τη φαμελιά τους. Η άσκηση του επαγγέλματος γινόταν με την ανοχή της οικογένειας, ακόμη κι όταν πρόκειται για ανήλικες. Η επιλογή όμως, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, γινόταν αποδεκτή επειδή «δεν μπορούσαν οι άνθρωποι αυτοί να κάνουν αλλιώς. Ο πατέρας π.χ. που επέτρεπε ή και προέτρεπε το δωδεκάχρονο κορίτσι του να εργαστεί σαν υπηρέτρια ή εργάτρια σε κλωστήριο ή υφαντήριο αποδεχόταν κατά κάποιον τρόπο τον κίνδυνο - όσο κι αν τον ξόρκιζε - να ολισθήσει το παιδί του κάποια στιγμή ακόμη και στην πορνεία».
Αυτό είναι και το επιχείρημα των προαγωγών τους, της Γαρουφαλιάς Κακαρίνας ή της Ελένης Σφυρέλλη (Ελενίτσα η Σμυρνιά). Οτι θα βγάλουν από τη μιζέρια τα κορίτσια. Οι μέθοδοι προσέλκυσης ακολουθούσαν μια κλιμάκωση: οι «αγαπητικοί» έταζαν γάμο, οι ματρόνες μια καλύτερη ζωή. Οταν δεν τα κατάφερναν με το καλό, ασκούσαν πιέσεις και βία. Σημειώθηκαν δε και ορισμένες δολοφονίες κοριτσιών. Ολα αυτά τα μαθαίνουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπου τα ντοκουμέντα παρουσιάζονται ανάμεσα σε λιτά σχόλια: «Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ως περίπτωση τρόπου προσέλκυσης στην πορνεία και η περίπτωση της επαίτου-προαγωγού Σοφίας Φωτεινού ή Ντάφιενας, 27 χρόνων, γεννηθείσης στην Ερμούπολη, η οποία καταδικάστηκε σε τριών ημερών κράτηση, με την υπ αριθ. 14, 23/2/1890 απόφαση του Πταισματοδικείου Ερμουπόλεως. Σε αυτή τη δίκη κατατέθηκε από τη μάρτυρα Κατίνα Καπετανάκη, 15 χρόνων, ράπτρια: Η κατηγορούμενη της είπε μιαν ημέρα να την υπάγη εις του Παντελή Φακίρη διά να ασελγήσει ούτος επ αυτής και να της δώση 25 φράγκα, αλλά αυτή την αφήκε άνευ απαντήσεως και έφυγε, η δε κατηγορούμενη απολογούμενη είπε: Πτωχή ούσα, επαιτεί ίνα ζήση τα τέκνα της, μεταβάσα δε ημέραν τινά εις το κατάστημα του Παντελή Φακίρη ίνα επαιτήσει, της είπεν ούτος να τω υπάγει ένα κορίτσι ίνα το χαϊδέψη και το τρίψη. Τούτο δε το επρότεινε η κατηγορούμενη εις την μάρτυρα Κατίνα Καπετανάκη, ήτις πηγαίνει και εις άλλους, αλλά δεν την επήγε εις του Φακίρη αρνηθείσης της μάρτυρος, ήτις τη υπέδειξε την Κατίναν Σαρρή, ην επίσης δεν επήγε».
Στο βιβλίο του ο Θωμάς Δρίκος χρησιμοποιεί τις μαρτυρίες λογοτεχνών, όπως του Ζεράρ ντε Νερβάλ ή του Ιωάννη Κονδυλάκη. Ωστόσο και η ίδια αυτή η μελέτη είναι άριστο υλικό για τη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος.
16 Ιουνίου 2002
|