Είναι οξύμωρο να μιλάμε για γενέθλια όταν κάποιος δεν έχει ηλικία. Ετσι και η συμπλήρωση 70 χρόνων από τη γέννηση του Τεντέν μόνο ως εκδοτική επέτειος μπορεί να εκληφθεί αφού ο ίδιος δεν είχε ποτέ τα σημάδια του βιολογικού χρόνου επάνω του. Υποθέτουμε ότι είναι ενήλικος αφού εργάζεται ως ρεπόρτερ αλλά έχει φυσιογνωμία παιδιού και συχνά αναζητεί την πατρική υποστήριξη στο πρόσωπο του φίλου του Καπετάνιου Αντόκ. Του λείπουν επίσης τα χαρακτηριστικά του φύλου του: σε καμία από τις 24 περιπέτειές του δεν ερωτεύεται ούτε και δείχνει κάποιο ενδιαφέρον για γυναίκα. Οσο για το κοινωνικό στίγμα του, και αυτό είναι ασαφές: δεν γνωρίζουμε από πού κρατάει η σκούφια του ενώ, αν προσπαθήσουμε να φέρουμε στο μυαλό μας την εικόνα του σπιτιού του, θα δυσκολευτούμε αφού έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε σε δωμάτια ξενοδοχείων ή ως φιλοξενούμενο σε σπίτια άλλων. Το όνομά του συμβάλλει και αυτό στον σχηματισμό της εξωπραγματικής εικόνας: το Τεντέν φαίνεται να προκύπτει από ονοματοποιία και όχι από βάπτιση. Επιπλέον δεν γνωρίζουμε αν ο αναδιπλασιασμός της συλλαβής «τεν» λειτουργεί και ως επώνυμο της φιγούρας που διαθέτει δύο τελείες αντί για μάτια και μια μάλλον πρωτόλεια καρτούν απεικόνιση.
Ο Τεντέν εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1929 στο ένθετο για τα παιδιά του «Εικοστού Αιώνα», μιας βελγικής εφημερίδας με κατεύθυνση στον καθολικισμό. Ο δημιουργός του λεγόταν Ζορζ Ρεμί και υπέγραφε (με αναγραμματισμό των αρχικών του ονόματός του) ως Ερζέ. Η πρώτη ιστορία του έμελλε να είναι και η πιο συζητημένη για την ιδεολογική τοποθέτησή της, με τον ήρωά του να ταξιδεύει στη Σοβιετική Ενωση και να αμφισβητεί την επανάσταση. Ο νεαρός Ερζέ, με την καθοδήγηση του αβά διευθυντή του, περιγράφει σκηνές όπως η διεξαγωγή εκλογών υπό την απειλή των όπλων. Θα ήταν όμως άδικο ή βιαστικό να πούμε ότι ο Ερζέ υπήρξε «αντιδραστικός» αφού ήταν ενάντια σε κάθε μορφή απολυταρχισμού: την ίδια στάση κράτησε και αργότερα απέναντι στους στρατηγούς της Λατινικής Αμερικής. Οπου ένιωθε ότι κάποιος καταπιέζεται τον υποστήριζε.
Ο Ερζέ δέχθηκε πολλές επιθέσεις από την Αριστερά που τον κατηγόρησε ποικιλοτρόπως για τις δήθεν φασιστικές θέσεις του. Η αλήθεια είναι ότι το διάστημα της γερμανικής κατοχής εργάστηκε στη μοναδική εφημερίδα στην οποία επετράπη η κυκλοφορία στο Βέλγιο, κάτι που χρησιμοποιήθηκε συχνά εναντίον του, που δεν αρκεί όμως για να στηρίξει το κατηγορητήριο. Ο χρόνος μάλλον τον δικαιώνει και οι γενιές που μεγάλωσαν μετά τις ψυχροπολεμικές αντιπαλότητες μάλλον θα βρουν στο πρόσωπο του Τεντέν τον υποστηρικτή του αδυνάτου, χωρίς όμως να γίνεται ο σούπερ ήρωας του αμερικανικού κόμικ. Πλην όμως όταν αναλαμβάνει κάτι ορκίζεται να το φέρει εις πέρας.
Ο Τεντέν είναι ουσιαστικά η ενσάρκωση του αντι-ήρωα αφού δεν επιζητεί την περιπέτεια που ξεκινά συνήθως τυχαία. Και η ιδιότητα του ρεπόρτερ είναι μάλλον παραπλανητική αφού, αντί να καταγράφει τα γεγονότα, καθορίζει τις εξελίξεις. Δεν έχει ούτε κάποια υπερφυσική δύναμη που θα μπορούσε να τον απεγκλωβίσει ούτε σούπερ φιστίκι ή μαγικό σπανάκι που θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση. Είναι όμως ευφυής και μάλλον τυχερός. Οταν π.χ. οι γκάγκστερ τού δένουν βάρη στα πόδια και τον πετούν στον πάτο της θάλασσας, αποδεικνύεται ότι τα βάρη είναι κλεμμένα από ψευδοπρωταθλητή που χρησιμοποιούσε ξύλινα αντί για σιδερένια. Και όταν τα πράγματα γίνονται σκούρα, εμφανίζεται ο Μιλού, το πάλλευκο φοξ τεριέ του, που του σώζει τη ζωή.
Ο λαίμαργος Μιλού είναι ο πιστός φίλος του Τεντέν. Σε αυτόν εμπιστεύεται τα πάντα και με αυτόν συζητάει την κάθε ανησυχία του. Ο Μιλού, σε αντίθεση με το αφεντικό του, έχει συχνά διάθεση για «λούφα». Αυτό που κυρίως τον αποπροσανατολίζει από τον σκοπό του είναι ένα κόκαλο. Εχει επίσης μια αδυναμία στο ουίσκι Λοχ Λόμοντ, ένα πάθος που μοιράζεται με τον Καπετάνιο Αντόκ, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του μία δεκαετία μετά την πρώτη δημοσίευση των περιπετειών. Τον γνωρίζουμε όταν πλέον έχει αποσυρθεί από τη δουλειά του και ζει σε μια έπαυλη στο Μουλενσάρ μαζί με τον μπάτλερ του Νέστορα.
Αν ο Τεντέν αντιπροσωπεύει τη λογική, ο Αντόκ αντιπροσωπεύει την παρόρμηση και τον συναισθηματισμό. Είναι έρμαιο των παθών του εξ ου και το πρόβλημα του αλκοολισμού , κάνει γκάφες από τον ενθουσιασμό του και γίνεται υπερβολικός. Οταν βρίζει, γίνεται αυτό που χαρακτηρίζουμε σήμερα «μη πολιτικά ορθός»: έχοντας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο ως πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού καταλήγει στο συμπέρασμα «πας μη δυτικότροπος, βάρβαρος». Ποτέ όμως δεν γίνεται χυδαίος.
Ο Αντόκ έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στην καπριτσιόζα ντίβα της όπερας Μπιάνκα Κασταφιόρε, το μοναδικό γυναικείο πρόσωπο που έχει μόνιμη θέση στις περιπέτειες του Τεντέν.
Τον ρόλο του βλάκα στο κόμικ του Ερζέ αναλαμβάνουν οι αστυνομικοί Ντυπόν (Dupond με d και Dupont με t στο τέλος), οι οποίοι θα ήταν πανομοιότυποι αν δεν είχαν μια ελάχιστη διαφορά στα μουστάκια τους. Αβουλα πλάσματα, ακολουθούν οποιαδήποτε εντολή τους δοθεί και σώζονται επαγγελματικά μόνο χάρη στις επιτυχίες του Τεντέν. Τέλος, τον ρόλο του κακού αναλαμβάνει συνήθως μια φιγούρα με το ελληνικό όνομα Ρασταπόπουλος, κεφαλή των εγκληματικών οργανώσεων ανά τον κόσμο. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι είναι μονίμως ο ηττημένος της ιστορίας... Ο πάντοτε δικαιωμένος Τεντέν απονέμει δικαιοσύνη. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι αποτελεί ελλειπτική περιγραφή κάποιου ντετέκτιβ ή πράκτορα, μαθαίνουμε ότι δημιουργήθηκε με πρότυπο ένα ιστορικό πρόσωπο στη δημοσιογραφία, τον ρεπόρτερ από το Βισύ Αλμπέρ Λοντρ (1884-1932).
Η όψη του είναι μετεξέλιξη της φιγούρας του προσκόπου που σχεδίαζε ο Ρεμί στα εφηβικά χρόνια του για κάποιο σχετικό έντυπο. Η εικόνα του και το σχέδιο του Ερζέ κατά κοινή ομολογία άλλαξαν συν τω χρόνω. Στα 24 τεύχη που κυκλοφόρησαν μέσα σε 44 χρόνια από τις εκδόσεις Casterman μπορεί κανείς να δει τις βαθμιαίες βελτιώσεις στο σκίτσο. Οσο για την ακολουθία των καρέ, ειπώθηκε ότι εφαρμόζει στο κόμικ το ντεκουπάζ του Χίτσκοκ. Η έκταση για λόγους εκδοτικούς και όχι αφηγηματικούς είχε πατρόν: 62 έγχρωμες σελίδες που κλείνουν με εικόνα από ταξίδι επιστροφής.
Κυριακή 27 Ιουνίου 1999
|