«Η Νεράιδα των Δοντιών» θα ήταν ένα μυθιστόρημα κοινωνικής καταγραφής αν ο Γκρέιαμ Τζόις δεν χρησιμοποιούσε και στοιχεία φανταστικής λογοτεχνίας. Χωρίς να ορίζει έναν ανύπαρκτο τόπο, χωρίς να εντάσσει τα πρόσωπα σε εξωπραγματικές διαστάσεις, χρησιμοποιεί μια αποκρουστική «Νεράιδα» για να υπερβεί τη ρεαλιστική αφήγηση. Ηρωές του, τρία αγόρια σε μια μικρή πόλη κοντά στο Κόβεντρι της Κεντρικής Αγγλίας τα οποία παρακολουθούμε να μεγαλώνουν από την προσχολική ηλικία ως τα όψιμα χρόνια της εφηβείας. Ο Σαμ, που αναδεικνύεται με δυσκολία κεντρικός ήρωας, αφού στο μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου πρωταγωνιστεί η παρέα και όχι τα πρόσωπα, εισάγει στη μυθοπλασία το επιπλέον πρόσωπο, το αποκύημα της φαντασίας του: η Νεράιδα των Δοντιών τον επισκέπτεται τη νύχτα, τον συντροφεύει στις πρώτες ονειρώξεις του και τον συνοδεύει σε όλες τις αξιόμεμπτες πράξεις του ως φωνή συνειδήσεως ή σκοτεινός άγγελος.
Η Νεράιδα, σύμφωνα με τον κοινό ευρωπαϊκό μύθο, κάθε φορά που ένα παιδί αλλάζει κάποιο από τα πρώτα δόντια του και το αφήνει κάτω από το μαξιλάρι του, μπαίνει τη νύχτα στο δωμάτιό του, παίρνει το δόντι και αφήνει στη θέση του ένα κέρμα. Το μυθιστόρημα είχε απήχηση στο αγγλόφωνο κοινό και προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο Penguin για το βραβείο Booker 1996. Το συγγραφικό ταλέντο του Γκρέιαμ Τζόις μπορεί να μην αναγνωρίστηκε από ένα διάσημο θεσμό όπως το Booker, εκτιμήθηκε όμως από τους λάτρεις της εναλλακτικής λογοτεχνίας που του απένειμαν το Βρετανικό Βραβείο Λογοτεχνίας του Φανταστικού.
Ο Γκρέιαμ Τζόις έγινε συγγραφέας όταν παραιτήθηκε από τη θέση στελέχους ενός διεθνούς οργανισμού για τη νεολαία και εγκαταστάθηκε στη Λέσβο, όπου διαδραματίζεται και το μυθιστόρημά του «HouseofLostDreams». «Δαπανούσα πολύ χρόνο και πολλή δημιουργική ενέργεια στην προηγούμενη δουλειά μου και έτσι αποφάσισα να διοχετεύσω όλη την ενέργειά μου στο γράψιμο επί έναν ολόκληρο χρόνο για να δω αν θα έβγαινε τίποτα».
Από την απόφασή του να αποσυρθεί προέκυψαν τέσσερα μυθιστορήματα και η ιδιότητα του καθηγητή δημιουργικού γραψίματος. Στο παρελθόν είχε αναλωθεί σε πολλά επαγγέλματα όπως αυτά του δασκάλου, του βοηθού μαραγκού και του κράχτη του Μπίνγκο. Η συγγραφή είναι για τον Τζόις ένα είδος ψυχοθεραπείας που ξεκινά χωρίς συγκεκριμένη διαδρομή και με τη μυθοπλασία να εξελίσσεται χωρίς πλάνο. Τα πρόσωπα και η ιστορία οδηγούν από μόνα τους το βιβλίο, με τον Τζόις να τους δανείζει τις λέξεις. Η αφήγηση ιστοριών υπήρξε ο καλύτερος τρόπος για να εξορκίσει, όπως λέει και ο ίδιος, τους δαίμονές του.
Η ιστορία της «Νεράιδας των Δοντιών» ξεκινά όταν ο Σαμ, ο Κλάιβ και ο Τέρι βρίσκονται σε ηλικία πέντε ετών. Παίζουν αμέριμνοι στη λίμνη κοντά στη γειτονιά τους όταν ένα μεγάλο ψάρι δαγκώνει και αφαιρεί τα δύο μικρά δάχτυλα του ποδιού του Τέρι. Επιστρέφουν πανικόβλητοι στα σπίτια τους. Ο Τέρι ζει σε ένα «κατασκουριασμένο τροχόσπιτο μάρκας Μπλούμπερντ, μέσα σε έναν απεριποίητο κήπο, πίσω από ένα εξοχικό σπιτάκι» αλλά ο πατέρας του διαθέτει σπορ αυτοκίνητο, κάτι που του αντισταθμίζει το έλλειμμα κοινωνικής αναγνώρισης. Τα άλλα δύο παιδιά ζουν στις εργατικές κατοικίες. «Φαινόταν κάπως άδικο στα αγόρια το γεγονός ότι οι πατεράδες τόσο του Κλάιβ όσο και του Σαμ δεν είχαν αυτοκίνητο ενώ δούλευαν σε εργοστάσιο αυτοκινήτων αντίθετα με τον πατέρα του Τέρι (του οποίου η δουλειά αποτελούσε για όλους μυστήριο)».
Η αφήγηση είναι γραμμική από χρονολογικής άποψης αλλά τα κενά μεταξύ των ετών είναι ακατάστατα: από την ηλικία των πέντε ετών μεταφερόμαστε «απροειδοποίητα» στα επόμενα χρόνια, ως την εποχή που τα αγόρια αποφοιτούν από το σχολείο. Ετσι μετά το πρώτο περιστατικό μεταφερόμαστε στο βράδυ που ο Σαμ έκρυψε τον γαλακτία κάτω από το μαξιλάρι. Ξυπνά από το κρύο όταν η Νεράιδα μπαίνει στο δωμάτιό του και αφήνει ανοιχτό το παράθυρο. Η οσμή της είναι αποκρουστική και η όψη της ακόμη χειρότερη: «Ορθιο το πλάσμα είχε ύψος λίγο παραπάνω από ένα μέτρο ή, τέλος πάντων, ήταν μόλις κάποια εκατοστά ψηλότερο από τον Σαμ. Μέσα στο σκοτάδι ήταν δύσκολο να δει τι φορούσε, όμως μπορούσε να ξεχωρίσει ένα πράσινο καλσόν με ρίγες ώχρας και βαριές μπότες σαν αυτές που φορούν οι εργάτες στα εργοστάσια».
Εν πρώτοις η Νεράιδα συμβολίζει τις ενοχές του αυνανισμού. Με την εξέλιξη του βιβλίου ο Σαμ αισθάνεται και άλλες ενοχές τις οποίες ξομολογείται στον αλκοολικό ψυχαναλυτή του. Τα παραπτώματά του είναι από αστεία, όπως η επιλογή ενός φιλέ για τα μαλλιά ως δώρο στον φαλακρό θείο του, ως ποινικά αδικήματα, με πιο ακραίο τη δολοφονία ενός συντρόφου του στους προσκόπους. Ο νεκρός έφηβος είναι ένα μόνο από τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τα νιάτα της παρέας. Ο Τέρι ζει το δικό του δράμα αφού ο πατέρας του αυτοκτόνησε έχοντας σκοτώσει τη γυναίκα του και τα δίδυμα μωρά του. Παρ όλα αυτά, οι τρεις φίλοι δεν συζητούν ποτέ για τον θάνατο και για τα περιστατικά που τους έχουν στιγματίσει. Κουβαλά καθένας μόνος του το μαρτύριό του και προτιμούν τις συζητήσεις για τις καταστροφές στον ιππικό όμιλο ή στα αποδυτήρια του γηπέδου της περιοχής.
Μεγαλώνοντας η ροπή προς τον βανδαλισμό αυξάνεται. Ετσι, ενώ αρχίζουν γράφοντας συνθήματα στον τοίχο, φθάνουν στο σημείο να κατασκευάζουν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Οι επιθέσεις τους σταμάτησαν μόνο όταν ο Τέρι ακρωτηριάστηκε την ώρα που γέμιζε ένα σωλήνα με εκρηκτικές ύλες. Εχοντας χάσει το χέρι του, έχει μια ορατή αναπηρία ενώ ο ήδη τραυματισμένος εσωτερικός κόσμος του φθάνει σε επικίνδυνα ψυχολογικά όρια. Από την άλλη, ο Σαμ θεωρείται «διαταραγμένος» και επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα τον «τρελογιατρό», όπως τον αποκαλεί. Ο Κλάιβ συμπληρώνει την τριάδα μετατρέποντας τα προτερήματά του σε προβλήματα. Είναι μια ιδιοφυΐα που υποφέρει επειδή πηγαίνει σε σχολείο για παιδιά με υψηλό δείκτη ευφυΐας, όπου όλοι οι μαθητές καταλήγουν να έχουν ακμή από το πολύ διάβασμα. «Σε ηλικία έξι ετών έλαβε μέρος σε έναν μαθητικό διαγωνισμό που διεξήγαγε η NASA. Πρότεινε να πάρουν αράχνες στο Διάστημα για να διαπιστώσουν αν οι συνθήκες έλλειψης βαρύτητας τις επηρεάζουν στην ύφανση ιστών».
Η Αλις είναι το κορίτσι που διεκδικούν και τα τρία αγόρια. Τη βλέπουν για πρώτη φορά όταν τους προσπερνά με το άλογό της. Λίγο καιρό αργότερα κάθεται δίπλα στον Σαμ στο σχολικό και σύντομα γνωρίζει και τους άλλους δύο. Τους προκαλεί αμηχανία, την αντιπαθούν, την κακολογούν και καταλήγουν και οι τρεις ερωτευμένοι μαζί της. Τη διεκδικούν επί χρόνια αλλά εκείνη δεν δείχνει εύνοια σε κανέναν. Αγαπά τη συμμορία και τους αποκαλεί «Μελαγχολικούς του Ρέντστοουν». Εχει τον ρόλο της Εύας, προσφέροντας το πρώτο τσιγάρο, το πρώτο τσιγαριλίκι, την πρώτη «λευκή νύχτα». Η Αλις έχει σχεδόν κάθε ελευθερία από το σπίτι της καθώς η μητέρα της, όταν δεν είναι υπό την επήρεια οινοπνεύματος, είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών. Για ένα διάστημα μάλιστα μοιράζονται τον ίδιο σύντροφο. Χρειάζεται να περάσουν χρόνια για να ανακοινώσει με ποιον από τους τρεις φίλους θα γίνει ζευγάρι.
Το βιβλίο κλείνει πανηγυρικά με ένα μεγάλο πάρτι και άφθονη μπίρα. Δύο από τα παιδιά φεύγουν για σπουδές και ο τρίτος κερδίζει την Αλις και την παραμονή στη γενέθλια πόλη ενώ η Νεράιδα των Δοντιών επιστρέφει στον φανταστικό κόσμο της. Ολα αυτά διαδραματίζονται σε ένα κλίμα κοινωνικού σχολιασμού όπου λέγεται ότι όσοι σπουδάζουν μετά αντιμετωπίζουν αφ υψηλού τους επαρχιώτες φίλους τους. Οι αταξίες της εφηβείας έχουν γίνει ιστορίες με τις οποίες γελούν ακόμη και οι γονείς. Και ζήσανε αυτοί καλά κι ο Τζόις καλύτερα.
Το επόμενο βιβλίο του Γκρέιαμ Τζόις θα έχει τίτλο «TheStormWatchers» με φόντο τη Νότιο Γαλλία όπου μια συντροφιά φίλων έχει ενοικιάσει μια αγροικία για να περάσουν εκεί ένα διάστημα μαζί με τα παιδιά τους. Ενώ κάνουν παρέα επί μια εικοσαετία και πλέον, η συγκατοίκηση φέρνει στην επιφάνεια όλες τις αντιθέσεις, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να είναι ατελείωτες και το τέλος της φιλίας αναπόφευκτο.
21 Ιουνίου 1998
|