Ησυνάντηση με τον Αλέξανδρο Ναζάρ ορίστηκε στην πισίνα του ξενοδοχείου «Ριβιέρα» της Βηρυτού. Εδώ πλατσούριζαν οι σταρ του Χόλιγουντ τη δεκαετία του 60. Εδώ δίνονταν τα πιο καυτά ραντεβού για χορό. Εδώ επίσης έμαθε κολύμβηση, στα μικράτα του, ο Ναζάρ, όπως όφειλε κάθε γόνος αστικής οικογενείας του Λιβάνου. Εν τούτοις είναι δύσκολο να απολαύσει κανείς την κοσμοπολίτικη ραθυμία των πέντε αστέρων σε μια πόλη βομβαρδισμένη. Οσοι έχουν δει μάχες μόνο από την τηλεόραση νιώθουν να ραπίζονται από τις εικόνες καταστροφής. Ηδη δέκα χρόνια πέρασαν από το τέλος του πολέμου ενός πολέμου που διήρκεσε δεκαεπτά χρόνια αλλά παντού υπάρχουν τα σημάδια της καταστροφής.
Ο Αλέξανδρος Ναζάρ ήταν μαθητής Δημοτικού στην έναρξη των συρράξεων. Ξεκινούσε το πρωί για το σχολείο χωρίς τη βεβαιότητα της επιστροφής. Στην καλύτερη περίπτωση ένας βομβαρδισμός θα τον κρατούσε στην τάξη, Κύριος οίδε για πόσες μέρες. Στη χειρότερη, δεν θα επέστρεφε ποτέ. Ακόμη και σήμερα, λέει, κάθε μέρα, για μία τουλάχιστον φορά, σκέφτεται τον θάνατο. Ανδρώθηκε κάτω από τα πολυβόλα των ανταρτών και με τους ήχους των οβίδων. «Δεν είναι τίποτε, μωράκι μου, πυροτεχνήματα είναι» τού έλεγε η μητέρα του τους πρώτους μήνες.
Στο βιβλίο του «Σχολείο του πολέμου» (εκδόσεις Balland), ένα συγκεκαλυμμένα αυτοβιογραφικό έργο, μιλά για το πέρασμα στην ωριμότητα σε αυτές τις συνθήκες. Για το εξώφυλλο του βιβλίου του διάλεξε μια φωτογραφία μαζί με τους συμμαθητές του. Η επιλογή της εικόνας αποκτά νόημα όταν διαβάζουμε ένα από τα κεφάλαια, το οποίο αφορά τη σύλληψή του από μουσουλμάνους. Η ιστορία έχει ως εξής:
Κάποιο Σάββατο έπρεπε να περάσει στην άλλη πλευρά της πόλης, από τη γέφυρα Fouadshehab, όπου παραφύλαγαν οι ελεύθεροι σκοπευτές. Προτίμησε κάποια παράκαμψη για να βρεθεί αντιμέτωπος με αντάρτες: «Χριστιανός ή μουσουλμάνος;» τον ρώτησαν. «Χριστιανός» απάντησε, γνωρίζοντας τον κίνδυνο. Ο εκτελεστής του φορούσε κουκούλα. Εβλεπε μόνο τα μάτια του. «Ελα μαζί μου» του είπε και τον οδήγησε στην άκρη του οικοπέδου. «Σε ξέρω» του ψιθύρισε, «ήμασταν συμμαθητές. Τρέξε να σωθείς κι εγώ θα πω ότι την κοπάνησες». Ποιος ήταν ο εκτελεστής; Ποιο από τα γελαστά παιδιά του εξωφύλλου έμαθε να σκοτώνει αμάχους εν ψυχρώ; Δεν θα βρει κανείς την απάντηση στα μυθιστορήματα του Αλεξάνδρου Ναζάρ.
Οι ιστορίες του αφορούν το μακρινό παρελθόν καθώς επιδίδεται στο ιστορικό μυθιστόρημα. Ισως για να εξορκίσει τις μνήμες του. «Δεν μπορώ να γράψω για την εποχή μου ή για την πόλη μου. Χρειάζομαι απόσταση, είτε χρονική είτε γεωγραφική».
Εχουν κυκλοφορήσει τρία ιστορικά μυθιστορήματα στη Γαλλία από τις εκδόσεις Grasset: LesexilésduCaucase (Οι εξόριστοι του Καυκάσου), Lastronome και Athina. Το τελευταίο αφορά την Ελληνική Επανάσταση και μεταφράστηκε στα ελληνικά με τον τίτλο Αθηνά, από το όνομα της ηρωίδας, μιας Κρητικοπούλας που παίρνει τα άρματα κατά των Τούρκων.
Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας δηλώνει την προτίμηση στις μακρές χρονικές αποστάσεις, υποθέτουμε ότι υπάρχουν κοινοί τόποι στις μάχες της Επανάστασης και στις εμφύλιες συρράξεις. «Γράφοντας την Αθηνά» επιβεβαιώνει «συχνά σκεφτόμουν τον πόλεμο του Λιβάνου. Υπάρχει η φρίκη, ο φόβος και ταυτόχρονα το κουράγιο. Σκεφτόμουν επίσης τις μάνες του Λιβάνου, που έδειξαν θάρρος στις δύσκολες περιστάσεις, που έστελναν τα παιδιά τους στον πόλεμο και είτε τα περίμεναν να γυρίσουν είτε έπρεπε να δεχτούν τον θάνατό τους. Το ίδιο θάρρος βρήκα και στις Ελληνίδες της Επανάστασης. Επίσης υπάρχει κοινή η ελπίδα για την ελευθερία, είτε πρόκειται για την ελευθερία σε ένα ανεξάρτητο κράτος είτε για την ελευθερία έκφρασης».
Η Αθηνά είναι μια μυθιστορηματική φιγούρα που συναντά ιστορικά πρόσωπα: τον Κανάρη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Φαβιέρο, τον Λόρδο Βύρωνα, τον Λαμαρτίνο και γίνεται μάρτυρας ιστορικών στιγμών όπως η καταστροφή της Χίου και η μάχη του Ναυαρίνου. Ο συγγραφέας επισκέφθηκε τους τόπους πλην του Μεσολογγίου ώστε να μη φαίνεται το βιβλίο ως αποτέλεσμα μελέτης ιστορικών συγγραμμάτων. Κάτι που προδίδει μια σχετική απειρία σε σχέση με την ελληνική κοινωνία είναι ότι πολλοί διάλογοι γίνονται στον πληθυντικό, τακτική μάλλον ασυνήθης για τα δεδομένα. Οπως, για παράδειγμα, όταν ένας ιερέας απευθύνεται στη νεαρή Αθηνά «Τους κάνατε με τα κρεμμυδάκια! αναφωνεί ο πατέρας Αθανάσιος, ενώ σταυροκοπιέται».
Η χρήση του πληθυντικού μάλλον παραπέμπει στη γαλλική κοινωνία. Ο Ναζάρ άλλωστε γράφει στη γαλλική και όχι στη μητρική του, την αραβική. Αυτό εξοργίζει αρκετούς συμπατριώτες του, που το εκλαμβάνουν ως προδοσία. Οταν πρόσφατα εμφανίστηκε στο μουσουλμανικό τηλεοπτικό κανάλι, υπήρξε καταιγισμός τηλεφωνημάτων από θεατές, που διαμαρτύρονταν, μάλλον χωρίς να έχουν διαβάσει τα βιβλία. Δεν είναι πάντως δύσκολο να φανεί κανείς αιρετικός σε ένα κοινό συνηθισμένο να παρακολουθεί όλη την ημέρα στην οθόνη μιναρέδες και πιστούς να προσεύχονται. Αυτή είναι όμως η μία έκφανση της ζωής της Βηρυτό, όπως την είδαμε στο νότιο κομμάτι της πόλης, εκεί όπου οι άνδρες κυκλοφορούν με μαύρα μακό μπλουζάκια, οι γυναίκες δεν βγάζουν ποτέ το φερετζέ και οι δρόμοι είναι στολισμένοι με τα πορτρέτα των «Μαρτύρων» τους.
Στο κέντρο της πόλης εκεί όπου οι μισογκρεμισμένες κατοικίες στέκονται δίπλα σε πολυκατοικίες που θυμίζουν το δικό μας Μαρούσι, εκεί όπου εγκαινιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα το VirginMegastore οι Λιβανέζοι χρησιμοποιούν μεικτή γλώσσα και συνεννοούνται με ανάκατες φράσεις αραβικών, γαλλικών, αγγλικών με ένα ciao ως κατακλείδα. Ο Αλέξανδρος Ναζάρ λέει ότι τρεις είναι οι λόγοι που τον οδήγησαν στην επιλογή της ξένης γλώσσας: «Στη διάρκεια του πολέμου τα βιβλία που διάβαζα, τα παιδικά μου βιβλία ήταν γαλλικά. Για έναν ολόκληρο χρόνο το σχολείο είχε κλείσει και διάβαζα ένα βιβλίο την ημέρα. Τότε δεν υπήρχαν ελκυστικές εκδόσεις παιδικών βιβλίων στα αραβικά. Αργότερα, ως συγγραφέας, κατάλαβα πως τα αραβικά δεν μπορούν να περάσουν τα σύνορα. Καμία γλώσσα της Ανατολής δεν το έχει πετύχει σε αυτές περιλαμβάνω και τα ελληνικά. Ετσι τα γαλλικά έγιναν ο Δούρειος Ιππος μου. Αν τώρα με ρωτήσετε γιατί δεν προτίμησα τα αγγλικά, νομίζω πως δεν εκφράζουν, τόσο καλά όσο τα γαλλικά, τα αισθήματα της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας».
Τα γαλλικά όντως υπήρξαν ένα είδος Δούρειου Ιππου για τον Ναζάρ, ο οποίος βρήκε στη Γαλλία εκδότες και φίλους στις λογοτεχνικές παρέες. Λίγες ημέρες προτού τον συναντήσουμε ξεναγούσε στον Λίβανο τον Ζακ Λακαριέρ. Είδαμε μάλιστα την αφιέρωσή του στο βιβλίο των επισκεπτών στο περίφημο μπαρ του Πέπε, στην πόλη Βύβλος, βόρεια της Βηρυτού.
Για να επανέλθουμε όμως στον Ναζάρ, μια ακόμη απορία έχει να κάνει με την επιλογή του λογοτεχνικού είδους.
Από έναν Αραβα συνήθως αναμένουμε ποιήματα, όπως μας δείχνει το παράδειγμα του διάσημου λιβανέζου ποιητή Αδωνι. Εκείνος προτιμά την πεζογραφία γιατί η λυρική έκφραση απαιτεί «ηρεμία ψυχής» την οποία δεν έχει ως σκληρά εργαζόμενος δικηγόρος. Εν τούτοις έχει εκδώσει κάποιες έμμετρες δοκιμές του το 1989 με τίτλο Α quoirêventlesstatues? Πέρυσι έγραψε κάποια ακόμη ποιήματα με αφορμή την αποφυλάκιση Λιβανέζων από τις φυλακές του Kheam. Η μυθοπλασία ταιριάζει, λέει, περισσότερο με τη ζωή του. «Απαιτεί πειθαρχία, είναι σαν μαραθώνιος».
Στο δικηγορικό γραφείο του συνάντησε και έναν άνθρωπο που του μετέδωσε την αγάπη για την Ελλάδα. «Ο Βασίλης ήταν πελάτης μας που εργαζόταν στα ναυτιλιακά. Ηταν λίγο ποιητής, λίγο φιλόσοφος και μου μιλούσε διαρκώς για την Ελλάδα. Το γεγονός ότι είχα ελληνικό όνομα μου δημιουργούσε πάντοτε έναν παράξενο δεσμό με τη χώρα σας». Το ενδιαφέρον του εξελίχθηκε σε πάθος, όταν άρχισε να ανακαλύπτει τις συγγένειες ανάμεσα στον ελληνικό και στον λιβανέζικο λαό: «στη μουσική, στον χορό, στο φαγητό, στην ορθοδοξία, ακόμη και στις φυσιογνωμίες».
Στο τέλος της συζήτησης ο Αλέξανδρος Ναζάρ προτείνει μια βόλτα. Οχι στην περίφημη «corniche», την προκυμαία όπου συναντιέται το tout-Beyrouth. Να δούμε, λέει, το άγαλμα του Χαλίλ Γκιμπράν. Δεκτό με μια προϋπόθεση: να περάσουμε πρώτα από την περίφημη γέφυρα των ελεύθερων σκοπευτών, όπως περνούσαν τότε σε λιγότερο από δώδεκα δευτερόλεπτα. Σαν μια αναπαράσταση του φόβου. Τα δυο κτίρια που χρησίμευσαν ως σκοπευτήρια είναι ακόμη στη θέση τους, γεμάτα τρύπες. Αυτό που μας επαναφέρει στην πραγματικότητα είναι το ελαφρύ traffic από τα τζιπ που διασχίζουν αδιάφορα τη Fouadshehab.
15 Ιουλίου 2001
|