Το Μπράιτον το καλοκαίρι είναι ένα πολύβουο θέρετρο· τις άλλες εποχές έχει ατμόσφαιρα κλειδωμένου λούνα παρκ. Το Μπράιτον είναι ένα βρετανικό Μπιαρίτς που φιλοξένησε στις αρχές του αιώνα λουομένους της αστικής τάξης. Ετσι η χειμερινή εικόνα του, όπως τη ζήσαμε κατά την επίσκεψη που κάναμε στον Αντριου Μίλερ, έχει μια γεύση ευγενούς παρακμής. Ο Μίλερ άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός του επί του AdelaideCrescent ντυμένος στα μαύρα και ανυπόδητος. Αφορμή για τη συνάντηση, η μετάφραση στα ελληνικά του τρίτου μυθιστορήματός του Οξυγόνο, που ήταν υποψήφιο για το βραβείο Μπούκερ 2001.
Ο Μίλερ δεν είναι άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων ούτε δίνει απαντήσεις που θα φτιάξουν τη δημόσια εικόνα του. Ετσι περισσότερο μιλήσαμε για τα βιβλία του Φλομπέρ παρά για τα δικά του. Είναι λάτρης της γαλλικής λογοτεχνίας και αυτό θα έπρεπε να το διαγνώσουμε από τα δύο πρώτα έργα του Ο λυτρωτής πόνος και Καζανόβα (τα βιβλία του κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Χατζηνικολή). Πρόκειται για μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στον 18ο αιώνα (βλ. «Το Βήμα», 20.9.1998 και 20.8.2000) αλλά αποφεύγουν την «κλασικίζουσα» γραφή που θα τα κατέτασσε αυτομάτως στο πεδίο του κιτς.
Το καινούργιο βιβλίο του εκτυλίσσεται στο 1997 και, «αν εξαιρέσουμε το ντεκόρ και τα εξωτερικά γνωρίσματα, θα βρούμε συνάφειες με τα προηγούμενα». Θα κατανοήσουμε καλύτερα τις καταβολές του αν σταθούμε στην αφιέρωση «Στους παλιούς δασκάλους Μάλκολμ Μπράντμπερι και Λόρνα Σέιτζ». Ζητώντας λοιπόν από τον Μίλερ να ονοματίσει τα εξέχοντα θέματά του, αυτά που του δημιουργούν την ανάγκη να γράψει, αναφέρεται στις «σχέσεις των ανθρώπων». Ο έρωτας, η φιλία και η οικογενειακή στοργή είναι αυτά που αναφέρει πρώτα απ όλα. Διαφοροποιείται όμως τόσο από τους αποκαλούμενους δασκάλους του όσο και από τους σκαπανείς του κοινωνικού μυθιστορήματος που ανθεί στην πατρίδα του. Ετσι η εκλογή των Εργατικών δεν έχει δραματουργικό ρόλο σε αυτό το καθ όλα σύγχρονο αφήγημα (υποθέτουμε ότι ο Τζόναθαν Κόου ή ο Μάρτιν Εϊμις θα διαχειρίζονταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο το αυτό υλικό).
Ο Αντριου Μίλερ γεννήθηκε στο βιομηχανικό Μπρίστολ πριν από 42 χρόνια και έζησε μεγάλα διαστήματα στην Ιαπωνία, στην Ιρλανδία και στη Γαλλία. Στο ασαφές και αποσπασματικό παρελθόν του, όπως το μαθαίνουμε από βιογραφικά σημειώματα και από τον ίδιο, υπάρχουν πολλά ταξίδια, ένας γάμος, διάφορες δουλειές και πολύ διάβασμα.
Η λογοτεχνική επιτυχία, αναπάντεχη, αποδίδεται στις ειλικρινείς προθέσεις: «Η επιτυχία στα γράμματα δεν έρχεται με στρατηγικές». Τα δύο πρώτα βιβλία του γίνονται ταινίες, τις οποίες ο Μίλερ αντιμετωπίζει κάπως αποστασιοποιημένα. «Είναι τόσο χρονοβόρα η διαδικασία που με ξεπερνά» λέει, για να ξεκινήσει άλλη μία μεγάλη συζήτηση για το ευρωπαϊκό σινεμά. Το Οξυγόνο, με φόντο την αγγλική εξοχή, θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί για κινηματογραφικό σενάριο. «Ολοι οι ήρωες έχουν ένα πρόβλημα: δεν μπορούν να αναπνεύσουν». Αυτό συμβαίνει αλληγορικά αλλά και κυριολεκτικά στα μέλη της οικογενείας Βάλενταϊν που βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης. Η χήρα Αλις έχει προσβληθεί από την επάρατο και χρειάζεται μάσκα οξυγόνου. Ο τίτλος όμως δεν παραπέμπει άμεσα σε αυτήν. Ο γιος της Αλεκ, ο οποίος επιστρέφει από το Λονδίνο στο Γουέστ Κάντρι για να την περιποιηθεί στα τελευταία της, μεταφράζει το θεατρικό έργο Oxygene του Λάσλο Λάζαρ, ούγκρου εμιγκρέ εγκατεστημένου στο έκτο διαμέρισμα των Παρισίων.
Στο έργο του λοιπόν κάποιοι μεταλλωρύχοι παγιδεύονται σε μια γαλαρία και κινδυνεύουν να πεθάνουν από ασφυξία. Το ίδιο σφίξιμο στο στήθος νιώθει και ο Λάζαρ, ο οποίος ναι μεν απολαμβάνει τρυφηλή ζωή με τον εραστή του, δεν μπορεί όμως να ξεπεράσει τις ενοχές του για τη στάση που κράτησε στην εξέγερση του 1956. Το τέταρτο κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου (υπάρχουν και αρκετοί περιφερειακοί χαρακτήρες) είναι ο Λάρι, αδελφός του Αλεκ, πρωταθλητής του τένις, με σταδιοδρομία ως ηθοποιός.
Η Αλις, ο Αλεκ, ο Λάρι και ο Λάσλο (με προφανή παρήχηση του λάμδα στα ονόματά τους) συγκροτούν ένα κουαρτέτο δυστυχίας. «Εχουν το ίδιο βάρος στην ψυχή, καθένας για διαφορετικούς λόγους». Η Αλις έχει αδιαμφισβήτητους λόγους να νιώθει ατυχής. Ο Αλεκ νιώθει μειονεκτικά απέναντι στον διάσημο αδελφό του, δεν θεωρείται «επιτυχημένος» και επιπλέον... φοράει άκομψα γυαλιά με χοντρούς φακούς. Ο Λάρι έχει φήμη επιπέδου σαπουνόπερας και δέχεται προτάσεις να πρωταγωνιστήσει σε πορνό. Παράλληλα θέλει να σώσει τον γάμο του που καταρρέει και να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Τέλος, ο Λάσλο έχει φαινομενικά τα πάντα αλλά κατατρύχεται από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Εν τούτοις μια πρόταση από αλβανούς φοιτητές της Σορβόννης τού δίνει τη δυνατότητα της εξιλέωσης. «Ολοι έχουν την ευκαιρία να απαλλαγούν από αυτό που τους βασανίζει, έχουν περιθώριο επιλογής».
Το Οξυγόνο του Αντριου Μίλερ είναι σαν το Μπράιτον: είναι συννεφιασμένο τον περισσότερο καιρό. Και όπως το θέρος λειτουργεί παρενθετικά για την πόλη, έτσι και η αισιοδοξία έρχεται να μπολιάσει τη μίζερη καθημερινότητα. Αν πρέπει να βρούμε μια λέξη που να ταιριάζει στο Οξυγόνο, αυτή είναι η χαρμολύπη.
Η συζήτηση με τον Μίλερ ολοκληρώθηκε στην περίφημη ξύλινη προβλήτα της ακτής του Μπράιτον. Μελανόστολοι αμφότεροι, σαν να μη θέλουμε να ταράξουμε τις χρωματικές ισορροπίες του περιβάλλοντος χώρου, μιλήσαμε για τα κρασιά της κοιλάδας του Ροδανού, για το πώς αντιμετωπίζουν οι Ιάπωνες την αυτοκτονία, για το τρένο ως ιδανικό μέσο μεταφοράς. Δεν μιλήσαμε για την εμπορευματοποίηση της λογοτεχνίας ούτε για την απειλή του Διαδικτύου απέναντι στις παραδοσιακές εκδοτικές μεθόδους. Ξεχάσαμε δε εντελώς να σχολιάσουμε την υποψηφιότητά του για το βραβείο Μπούκερ. Θα έχουμε όμως την ευκαιρία για μια πιο επαγγελματική συνέντευξη, υπό μορφή ερώτησης - απάντησης, όταν έλθει στην Αθήνα για την παρουσίαση των βιβλίων του (μια επίσκεψη που δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη χρονικά).
14 Απριλίου 2002
|