Οταν κυκλοφόρησε το «Πρώτο μυθιστόρημα», το πρώτο βιβλίο της Μαζαρίν Πενζό, οι υπεύθυνοι των εκδόσεων Julliard αποφάσισαν ότι θα δοθούν τρεις συνεντεύξεις: σε εφημερίδα («LeMonde»), σε εβδομαδιαίο περιοδικό («LeNouvelObservateur») και στην τηλεόραση (TF1). Επέλεξαν τόσο τα μέσα όσο και τους δημοσιογράφους και στη συνέχεια αποφάσισαν να «κρύψουν» την 23χρονη συγγραφέα, προφανώς για να την προστατεύσουν από τα κακόβουλα σχόλια. Αποδείχθηκε ότι έπραξαν σωστά αφού η νεαρή πεζογράφος κληρονόμησε τα συναισθήματα που ένιωθαν οι Γάλλοι για τον πατέρα της: ως φυσική θυγατέρα του Φρανσουά Μιτεράν δέχθηκε σφοδρές επιθέσεις (για την ευκολία πρόσβασης σε εκδοτικό οίκο και για το δεδομένο της φήμης) αλλά και διθυράμβους που τη συνέκριναν με τα μεγαθήρια της γαλλικής λογοτεχνίας.
Η Μαζαρίν Πενζό μεγάλωσε στη δεύτερη, την ανεπίσημη οικογένεια του άνδρα που κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της Γαλλίας επί 15 και πλέον χρόνια. Η διακριτικότητα των Γάλλων την κράτησε στην αφάνεια ως το 1994, όταν το περιοδικό «ParisMatch» αποφάσισε για πολιτικούς λόγους να αποκαλύψει την ύπαρξή της μέσα από ένα χορταστικό αφιέρωμα. Ο Μιτεράν αντέδρασε με το περίφημο «και λοιπόν τι έγινε;», το οποίο επανέλαβε στις σελίδες του ο «σοβαρός» Τύπος. Οταν έμαθε ότι η κακή κατάσταση της υγείας του δεν του εξασφαλίζει τη μακροβιότητα, αποφάσισε να αναγνωρίσει δημοσίως την κόρη του, που άρχισε από τότε να τον συνοδεύει στα ταξίδια του. Ο Τύπος ξαναθυμήθηκε τη Μαζαρίν όταν στην κηδεία του Μιτεράν εκείνη και η μητέρα της βρέθηκαν δίπλα στην επίσημη σύζυγο και στα επίσημα τέκνα.
Ηταν αυτονόητο ότι η έκδοση του «Πρώτου Μυθιστορήματος» θα εγκαινίαζε έναν νέο κύκλο συζητήσεων για τον Φρανσουά Μιτεράν. Για καλό και για κακό, ο εκδοτικός οίκος έστειλε ένα αντίτυπο σε βιβλιοκριτικό με ψευδώνυμο Ζαν Ρέιτσμαν. Οταν βγήκαν θετικά τα αποτελέσματα της δοκιμής, προχώρησαν στην κυκλοφορία του βιβλίου με το αληθινό όνομα της πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου. Η συνάντηση με τη Μαζαρίν Πενζό έγινε με αφορμή την έκδοση του «Πρώτου Μυθιστορήματος» στα ελληνικά. Ηρθε στη συνάντηση στα γραφεία του εκδοτικού οίκου, στο 8ο διαμέρισμα, φορώντας κίτρινο ζιβάγκο και έχοντας τα μαλλιά μαζεμένα και δεν σταμάτησε να γελάει σε κάθε αφορμή.
Σε ποια λέξη του τίτλου πρέπει να δώσουμε έμφαση: «Πρώτο» ή «μυθιστόρημα»;
«Και οι δύο παράμετροι είναι σημαντικές. Πρώτο γιατί υπόσχεται τη συνέχεια και την πρόθεσή μου να γράψω κι άλλα βιβλία. Αυτό είναι ένα μόνο δείγμα όσων θα ακολουθήσουν. Μυθιστόρημα γιατί εκφράζει τον πιο ελεύθερο τρόπο έκφρασης. Ηθελα επίσης να διευκρινίσω ότι η αφήγηση είναι μυθοπλαστική και όχι αυτοβιογραφική».
Μπορείτε να βρείτε έναν εναλλακτικό τίτλο, όπως έκανε ένας έλληνας συγγραφέας δίνοντας χρώματα στα βιβλία του «Το κόκκινο βιβλίο» και το «Το γαλάζιο βιβλίο»;
«Θα το έβλεπα ως Το κίτρινο μυθιστόρημα επειδή έχει πολλές εικόνες υπαίθρου και φθινοπώρου. Αλλά πάλι το κίτρινο είναι λίγο νοσταλγικό, πάει αλλού. Θα προτιμούσα να έχω στην αρχή κάποιο χρώμα που να συμβολίζει την αισιοδοξία και στο τέλος τη νοσταλγία».
Στην πραγματικότητα δεν είναι το πρώτο βιβλίο σας. Εχετε γράψει κι άλλο στο παρελθόν.
«Ναι αλλά δεν ήταν προς έκδοση. Θα έκανα κακό στον εαυτό μου αν ξεκινούσα με αυτό το κείμενο που αποτελεί συρραφή μικρών αφηγήσεων, χωρίς ειρμό και συγκεκριμένη δομή. Μπορώ να το αντιληφθώ μόνο ως δοκιμαστικό, σαν μια πρόβα που με βοήθησε να συντάξω το Πρώτο μυθιστόρημα με κάποια σχετική πείρα».
Σκεφθήκατε να χρησιμοποιήσετε ψευδώνυμο για να αποσυνδέσετε το έργο σας από τον πατέρα σας;
«Αυτό το θέμα με απασχόλησε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Για πολύ καιρό ήθελα να αποκρύψω την ταυτότητά μου γιατί, όπως φαντάζεστε, έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά κουτσομπολίστικα και κακόβουλα σχόλια από τότε που έγινε γνωστή η ύπαρξή μου. Ηρθε όμως η ώρα να διεκδικήσω την ταυτότητά μου, μια ταυτότητα που μου στέρησαν για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Μεγάλωσα σε παράδοξες συνθήκες όπου όλοι γνώριζαν και κανένας δεν μιλούσε. Ουσιαστικά τώρα νιώθω να απελευθερώνομαι. Ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα γινόταν γνωστό το ποια είμαι και τότε θα ήταν πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα. Το ζήτημα παίρνει μάλλον εθνικές διαστάσεις: ο πατέρας μου προκαλεί ακόμη ακραία πάθη στη Γαλλία· θα έλεγα μάλιστα ότι στο άκουσμα του ονόματός του οι αντιδράσεις είναι εντελώς τρελές. Κάποιοι δημοσιογράφοι προσπάθησαν με αφορμή το βιβλίο μου να τον δικάσουν. Ηταν αναμενόμενο για το πρώτο βιβλίο μου. Το ίδιο θα γίνει και με το δεύτερο, στο τρίτο όμως το ζήτημα θα έχει ξεπεραστεί.
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο χρησιμοποιώ το αληθινό όνομά μου: στη Γαλλία κυκλοφορούν πολλά βιβλία με ψευδώνυμο και οι εκδότες δημιουργούν μυστήριο γύρω από την πραγματική ταυτότητα του δημιουργού. Είναι μια συνταγή του μάρκετινγκ που προκαλεί μεγαλύτερη δημοσιότητα και δεν είχα καμία όρεξη να κουρδίσω την περιέργεια του κοινού. Επρεπε να δηλώσω ποια είμαι και μάλιστα το γρηγορότερο δυνατόν. Να βγει το βιβλίο στην εποχή του και με το όνομά μου».
Σχετικά με το όνομά σας, τι σημαίνει Μαζαρίν;
«Δεν υπήρχε ως όνομα όταν το διάλεξαν οι γονείς μου, αν και πλέον ορισμένοι έχουν αρχίσει να το δίνουν στις κόρες τους. Δεν είναι όνομα για ανθρώπους... Αλλά στο Παρίσι υπάρχει η Βιβλιοθήκη Μαζαρίν, με προέλευση από τον καρδινάλιο Μαζαρίνο. Ηταν μια τρέλα των γονιών μου και πάντα ένιωθα παράξενα όταν με ρωτούσαν πώς με λένε. Ευτυχώς όμως αποκαλώντας με όλοι Μαζαρίν ξεχνούσαν το επίθετό μου, δηλαδή το επίθετο της οικογένειας της μητέρας μου, που ούτε αυτό μου αρέσει».
Είσαστε τυχερή πάντως που δεν γεννηθήκατε στην Αμερική. Φαντάζεστε το σκάνδαλο αν ήσασταν η κόρη του προέδρου των ΗΠΑ;
«Φρίττω στη σκέψη. Μη νομίζετε όμως ότι στη Γαλλία τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Οι Γάλλοι ως λαός είναι πιο προχωρημένοι και, όταν έγινε γνωστή η ύπαρξή μου, έδειξαν τις καλύτερες προθέσεις.
Ο σκανδαλοθηρικός Τύπος όμως παντού στον κόσμο είναι διατεθειμένος να σε εκθέσει, να σε προσβάλει, να τρυπώσει στη ζωή σου χωρίς τη θέλησή σου. Υπάρχουν και εδώ τέτοια κρούσματα, λιγότερα ίσως από αλλού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το κυνήγι των παπαράτσι και τις στιγμές που έμενα κλεισμένη στο σπίτι επειδή παραμόνευαν απ έξω...».
Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο σας, έχετε κατά πώς φαίνεται υψηλές φιλοδοξίες και η κριτική μάλλον συνηγορεί υπέρ σας αφού ακόμη και η «δύσκολη» Ζοσιάν Σαβινιό του «Monde» σάς συνέκρινε με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ και τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Συμφωνείτε με αυτή την αξιολόγηση;
«Είναι πολύ κολακευτική. Δεν νομίζω όμως ότι μπορώ από τώρα να συγκριθώ μαζί τους».
Και αν συγκρίναμε το «Πρώτο μυθιστόρημα» με τα αντίστοιχα πρώτα της Γιουρσενάρ και της Ντε Μποβουάρ;
«Εξακολουθεί να είναι πολύ κολακευτικό. Τις θαυμάζω και τις δύο πάρα πολύ: τη Γιουρσενάρ για το ύφος της και τη βαθιά μόρφωσή της μιλάμε στην περίπτωσή της για λογοτεχνική τελειότητα· όσο για την Μποβουάρ, μου αρέσει επίσης πολύ αλλά έχω διαβάσει μόνο τα αυτοβιογραφικά έργα της, όπως τις Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης, και δεν μπορώ να μιλήσω για την Μποβουάρ ως μυθιστοριογράφο».
Γιατί αποφασίσατε να ξεφύγετε από την έκφραση σε πρώτο πρόσωπο στην οποία συνήθως καταφεύγουν οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς;
«Ακριβώς επειδή είναι πολύ πιο δύσκολο να γράφει κανείς σε τρίτο πρόσωπο και ήθελα να παιδευτώ λιγάκι. Μαζί με αυτό ήθελα να χρησιμοποιήσω περισσότερα από ένα πρόσωπα στο επίκεντρο της αφήγησης. Επίσης χρησιμοποιώντας τρίτο πρόσωπο μπόρεσα να περάσω στο κείμενο τις σκέψεις που δεν έχουν να κάνουν με την εξέλιξη της μυθοπλασίας».
Συμφωνείτε με την άποψη ότι στο βιβλίο σας αντανακλώνται οι θέσεις του Σπινόζα για τη χαρά και τη θλίψη;
«Χαίρομαι πολύ με αυτή την προσέγγιση γιατί τον Σπινόζα τον έχω αγαπήσει πολύ. Στο πλαίσιο των σπουδών μου μελέτησα το έργο του επί ένα χρόνο, αφού όμως είχα γράψει το βιβλίο μου. Δεν το είχα σκεφθεί αλλά το βρίσκω πολύ σωστό ως επισήμανση».
Η ηρωίδα σας, η Αγκάτ, είναι τέλεια σε όλα: πρώτη στα μαθήματα, πρώτη στο ξενύχτι, στον χορό, στον έρωτα. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα τέτοιο πλάσμα;
«Η Αγκάτ είναι καλή μόνο στα πράγματα που της παρέχουν κοινωνική αναγνώριση. Στην αντιστροφή αυτών των γνωρισμάτων θα βρούμε μια νέα γυναίκα εγωκεντρική, με έντονο ναρκισσισμό, σκληρή, χωρίς ευαισθησίες. Υποτίθεται ότι η εξέλιξη του μύθου την κάνει να συνειδητοποιήσει τα λάθη της».
Η ωρίμανση μέσα από τα λάθη φαίνεται να σας απασχολεί πολύ στο βιβλίο σας. Λόγω της ηλικίας σας ίσως;
«Είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα που θίγω. Δεν νιώθω πάντως ώριμη και δεν ξέρω πώς γίνεται κανείς, αν και έχω χάσει μέρος της παιδικότητας και της αφέλειάς μου. Αυτό που έχει σημασία είναι να δούμε με ποιον τρόπο αντιδρούν διαφορετικοί άνθρωποι στο ίδιο συμβάν, τη σχέση εμπειρίας-αντίδρασης».
Σκεφθήκατε να προκαλέσετε σε φίλους σας αντιδράσεις με γεγονότα-παγίδες για να τις χρησιμοποιήσετε στο βιβλίο σας;
«Οχι, δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω ζωντανό πείραμα. Τις αντιδράσεις των ηρώων μου τις δημιουργώ από μόνη μου, τις φαντάζομαι. Το να τις προκαλέσω όμως μου φαίνεται εντελώς μακιαβελικό».
Η μορφή του πατέρα στο μυθιστόρημα είναι επίσης εξιδανικευμένη. Μπορούν να υπάρξουν ιδανικές σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών;
«Σας διαβεβαιώνω ότι ναι, γιατί είναι ό,τι πιο αυτοβιογραφικό στο βιβλίο μου. Στο μεγαλύτερο μέρος του το βιβλίο συγκεντρώνει επεξεργασμένες εμπειρίες. Ωστόσο οι σελίδες που αναφέρονται στον πατέρα και στην ιδανική σχέση με την κόρη του είναι πέρα για πέρα αληθινές».
Γι αυτό άλλωστε υπάρχει αφιέρωση «Στον πατέρα μου»...
«Ακριβώς. Εχω τις καλύτερες αναμνήσεις, νιώθω μεγάλη στοργή και εκτίμηση στη μνήμη του. Επιπλέον εκείνος με καθοδήγησε στην αγάπη για τη λογοτεχνία, στην ανάγκη του διαβάσματος. Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τον άνθρωπο πίσω από τον πολιτικό και ξέρω πως δεν είναι λίγοι εκείνοι που μίσησαν τον πατέρα μου όλα αυτά τα χρόνια που ηγήθηκε της χώρας. Ποτέ δεν με ενδιέφερε όμως ο δημόσιος ρόλος του. Οταν τον έβλεπα στην τηλεόραση, ήταν ένας άγνωστος σε υψηλή θέση. Η ιδιότητά του ποτέ δεν μπήκε ανάμεσά μας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε εμάς τους δύο προσωπικά. Ο Τύπος μόνο και κάποιοι πολιτικοί επιχείρησαν να με χρησιμοποιήσουν για να τον χτυπήσουν...».
Στην εφηβεία συνήθως υπάρχουν προστριβές όσο και αν αγαπάμε τους γονείς...
«Σας διαβεβαιώνω ότι με τον πατέρα μου δεν διαφωνήσαμε ποτέ για το παραμικρό και με τη μητέρα μου σε ελάχιστα επουσιώδη ζητήματα, όπως είναι αναμενόμενο, αφού ανάμεσα στη μητέρα και στην κόρη πάντα υπάρχει ανταγωνισμός. Ξέρω πάντως ότι πάντοτε έκανα ό,τι ήθελα χωρίς να φθάνουν στα άκρα της αδιαφορίας. Χρειάζεται μια διαφορετικού τύπου αγωγή για να λειτουργήσει και να μην οδηγήσει σε μια συνολική άρνηση».
Στο βιβλίο σας υπάρχουν αναφορές σε πρόσωπα όλων των κοινωνικών τάξεων. Φοβηθήκατε μήπως ότι, αν δεν το κάνατε αυτό, θα κατηγορούσαν το βιβλίο σας ως «αστικό»;
«Χαίρομαι που το ακούω αυτό γιατί κάποιες εφημερίδες έγραψαν ότι αναφέρομαι σε έναν κύκλο γηγενών αστών. Στο Παρίσι συμβαίνει κάτι παράξενο με τις κοινωνικές τάξεις. Υπάρχει ένα στρώμα που υποδέχεται ανθρώπους κάθε προέλευσης αρκεί να είναι μορφωμένοι. Πρόκειται ουσιαστικά για τη νέα ελίτ διανοουμένων και φοιτητών. Σε αυτό υπεισέρχεται και ο κοινωνικός παράγοντας αφού πρόκειται για άτομα που είχαν τη δυνατότητα και τα χρήματα για να σπουδάσουν».
Θεωρείτε ότι τα πάντα είναι ζήτημα ευκαιριών; Πιο συγκεκριμένα, γεννιέται κανείς συγγραφέας ή γίνεται;
«Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι εγώ ήθελα να γίνω συγγραφέας από πάρα πολύ μικρή, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου».
Από το νηπιαγωγείο, δηλαδή;
«Οχι κι έτσι... Δεν θυμάμαι ακριβώς την ηλικία αλλά ήταν υπερβολικά νωρίς. Ονειρευόμουν όμως κι άλλα επαγγέλματα ως παιδί».
Σαν τι, δηλαδή;
«Ηθελα να γίνω στυλίστρια. Παράλληλα όμως υπήρχε πάντοτε η βεβαιότητα ότι θα γράψω».
Γράφτηκε επίσης ότι αναφέρεστε εντελώς επιφανειακά σε διάφορα ζητήματα όπως η ομοφυλοφιλία και τα ναρκωτικά.
«Γράφω για καταστάσεις που γνωρίζω. Εχω αρκετούς γκέι φίλους και βλέπω πώς κυκλοφορούν τα ναρκωτικά γύρω μου. Πηγαίνω π.χ. σε μια συναυλία και βλέπω τον κόσμο να είναι φτιαγμένος. Καταγράφω την εποχή...».
Σε τι συναυλίες πηγαίνετε;
«Μου αρέσουν πολλά είδη μουσικής, κυρίως το ράι. Εχουμε εδώ μεγάλη παράδοση στην ακρόαση βορειοαφρικανικής μουσικής. Επίσης μου αρέσει η τζαζ, ο Γκαρμπάρεκ, η Μπιοργκ. Και το γαλλικό τραγούδι επίσης».
Ούτε το γαλλικό τραγούδι ούτε το γαλλικό μυθιστόρημα όμως είναι στις δόξες τους.
«Μας έχει καταβροχθίσει η αμερικανική και η βρετανική κουλτούρα. Σε όλα τα κράτη όμως νομίζω ότι το κοινό προτιμά την εγχώρια πολιτιστική παραγωγή. Κι εγώ διαβάζω κυρίως αμερικανική λογοτεχνία, Τόνι Μόρισον π.χ. Αυτή μάλιστα: είναι ιδιοφυΐα».
Γράφετε σε υπολογιστή;
«Ναι».
Συμφωνείτε με την άποψη του Ουμπέρτο Εκο ότι ένα κείμενο γραμμένο σε κομπιούτερ δεν έχει τέλος; Οτι μπορούμε, δηλαδή, την ιδέα που διατυπώνουμε σε μια φράση να την κάνουμε παράγραφο και ύστερα κεφάλαιο και ούτω καθ εξής...
«Εχει απόλυτο δίκιο. Γράφω εντελώς διαφορετικά στον υπολογιστή. Κατ αρχάς γράφω πιο γρήγορα προλαβαίνοντας τις σκέψεις που τρέχουν αλλά διατυπώνοντας άτσαλα. Ετσι είναι απαραίτητη η δεύτερη γραφή, την οποία κάνω με στυλό πάνω στην εκτύπωση για να μην είμαι συνέχεια μπροστά στην οθόνη».
Στο «Πρώτο μυθιστόρημα» τι αλλάξατε;
«Για να καταλάβετε, στο πρώτο χειρόγραφο είχα τέσσερις προλόγους. Τους δούλεψα όλους ώσπου να αποφασίσω ποιον θα χρησιμοποιήσω. Πάντα δυσκολεύομαι να ξεκινήσω.
Επιπλέον, αν ένα βιβλίο δεν έχει ωραία αρχή, ο αναγνώστης το παρατάει από τις πρώτες σελίδες...
«Αυτό το άγχος πού το βάζετε; Γι αυτό και επιμένω τόσο στην αρχή».
Νιώθετε την πίεση της εποχής που απαιτεί την επιτυχία και την καταξίωση πριν από τα 30;
«Αυτό ισχύει στα περισσότερα επαγγέλματα καριέρας αλλά στη δική μου περίπτωση είμαι ερευνήτρια νομίζω ότι ο χρόνος βελτιώνει τη θέση μου. Οσο μεγαλώνει κανείς τόσο περισσότερο έχει διαβάσει και γίνεται σεβαστός. Ετσι τουλάχιστον συμβαίνει στους κύκλους των διανοουμένων. Υπάρχει η αρετή του χρόνου. Σας είπα και στην αρχή της συνομιλίας μας ότι με ενδιαφέρει η διάρκεια, η συνέχεια. Δεν θα σταματήσω να προσπαθώ και να γράφω, όποιες και αν είναι οι απαιτήσεις και οι αξιολογήσεις των εξωτερικών παραγόντων. Το γράψιμο είναι ανάγκη για μένα».
21 Φεβρουαρίου 1999
|